βερενίκη

βερενίκη [ῑ], , Macedon. form for Φερενίκη, freq. pr. n. in the time of the Ptolemies:—also [full] βερνίκη Act.Ap.25.13: [full] βερενίκης πλόκαμος, a
A constellation, Gem.3.8, etc.; also, a throw of the dice, Hsch.:— hence [full] βερενίκιον, τό, a plant, Hsch.; also, nitre of the best quality, Gal.13.568:—[var] Dim. [full] βερενικάριον or [full] βερνικάριον νίτρον, Orib.Fr.107, Aët.6.54:—[full] βερενικίδες, αἱ, women's shoes, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Βερενίκη — constellation fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βερενίκῃ — Βερενίκη constellation fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βερενίκη — I Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Β. Α’ (340; – 281 ή 271 π.Χ.). Κόρη του Λάγου και της Αντιγόνης, κόρης του Κασσάνδρου, και ετεροθαλής αδελφή του Πτολεμαίου Α’ του Σωτήρα, ιδρυτή της δυναστείας των Πτολεμαίων της Αιγύπτου. Ο πρώτος της σύζυγος ήταν …   Dictionary of Greek

  • Κάτω Βερενίκη — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 340 μ., 137 κάτ.) στην πρώην επαρχία Δωδώνης του νομού Ιωαννίνων. Βρίσκεται στο νοτιοδυτικό άκρο του νομού, στα όρια με τον νομό Θεσπρωτίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Μολοσσών …   Dictionary of Greek

  • Βερενίκην — Βερενίκη constellation fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βερενίκης — Βερενίκη constellation fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πτολεμαίος — I Όνομα των βασιλιάδων της τελευταίας ανεξάρτητης δυναστείας της αρχαίας Αιγύπτου πριν από τη ρωμαϊκή κατάκτηση (31 π.Χ.). 1. Π. A’ Σωτήρ (περ. 366 – περ. 283 π.Χ.). Iδρυτής της δυναστείας και ο σημαντικότερος από όλους τους Πτολεμαίους που… …   Dictionary of Greek

  • Δημήτριος — I Όνομα δύο βασιλιάδων της Μακεδονίας. 1. Δ. Α’ ο Πολιορκητής. Βλ. λ. Δημήτριος ο Πολιορκητής. 2. Δ. Β’, ο αποκαλούμενος Αιτωλικός (275 – 229 π.Χ.). Βασι λιάς της Μακεδονίας (239 229 π.Χ.). Ήταν γιος του Αντίγονου Γονατά, τον οποίο διαδέχτηκε… …   Dictionary of Greek

  • γηθοσύνη — (3ος αι. π.Χ.). Φίλη και αυλική της Βερενίκης, κόρης του Πτολεμαίου Φιλάδελφου και συζύγου του Αντίοχου Β’ του Θεού (261 247 π.Χ.). Όταν η πρώτη σύζυγος του Αντίοχου, Λαοδίκη, δολοφόνησε τη Βερενίκη, η Γ. κατάφερε να πείσει τον λαό πως η… …   Dictionary of Greek

  • Λαοδίκη — I Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Κόρη του Αγαμέμνονα. 2. Κόρη του Πριάμου και της Εκάβης, σύζυγος του Ελικάωνα. Μετά την άλωση της Τροίας, για να μην υποστεί τη μοίρα των αιχμαλώτων, παρακάλεσε τους θεούς να την καταπιεί η Γη, κάτι που έγινε. II… …   Dictionary of Greek

  • Βερενίκα — Βερενίκᾱ , Βερενίκη constellation fem nom/voc/acc dual Βερενίκᾱ , Βερενίκη constellation fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.